
Ο Παναγιώτης Αναστόπουλος έδωσε συνέντευξη στην ιστοσελίδα «Sportal.gr», στην οποία αποκάλυψε πολλά, μεταξύ άλλων το δικό του λάθος στα βήματα του Βασίλη Σπανούλη -που δεν δόθηκαν- κρίνοντας έτσι το τελικό αποτέλεσμα αλλά και τον Πρωταθλητή εκείνης της περιόδου.
Μεταξύ άλλων δήλωσε:
Τελικά τι συνέβη την παραμονή του αγώνα Ολυμπιακός- Προμηθέας;
«Εκτιμώ πως είναι γνωστό σε όλους τι συνέβη τις ημέρες που προηγήθηκαν του συγκεκριμένου αγώνα. Για όσους δεν “θυμούνται”, τους παραπέμπω στην τότε επιστολή μου προς τους αρμόδιους φορείς, όπου πάρα πολύ αναλυτικά ανέφερα τους λόγους που απέρριψα τον ορισμό. Το μόνο που έχω να σχολιάσω επί αυτού, είναι ότι ποτέ στην καριέρα μου δεν απέφυγα κανένα αγώνα και καμία ομάδα. Ωστόσο, η ασφάλεια, η υγεία και η σωματική ακεραιότητα της οικογένειάς μου και η δική μου είναι πράγματα που δεν θα ρίσκαρα ποτέ».
Ποιο παιχνίδι θα ήθελες να ξαναδιευθύνεις;
«Μου έρχονται αρκετά στο μυαλό, ωστόσο θα ξεχωρίσω τρία παιχνίδια.
Το πρώτο μου παιχνίδι στην Α1, το 2002 μεταξύ του Ιωνικού Νέας Φιλαδέλφειας και της Νήαρ Ηστ, με τον Λάζαρο Βορεάδη.
Το πρώτο μου παιχνίδι στην Euroleague, το 2007 μεταξύ της Παρτιζάν Βελιγραδίου και της Μπαρτσελόνα στην κατάμεστη με 7.000 κοσμο Χάλα Πιονίρ.
Και τον πρώτο τελικό του τότε νεοσύστατου Basketball Champions League, το 2017, στην Τενερίφη, παρουσία τότε και τριών Ελλήνων, του κ. Πατρίκ Κομνηνού, του κ. Ανδρέα Ζαγκλή, που πλέον είναι Γενικός Γραμματέας της FIBA και του επίσης Έλληνα διαιτητή Μάρκου Μιχαηλίδη».
Το 2021 άλλαξε η διοίκηση της ΕΟΚ. Πιστεύεις πως υπήρξε «πογκρόμ» διώξεων από τότε και μετά σε συγκεκριμένους διαιτητές και γιατί;
«Η λέξη “πογκρόμ” θα ήθελα να απουσιάζει από το λεξιλόγιο ανθρώπων που ασχολούνται με τον αθλητισμό και ειδικότερα με τη διαιτησία. Στην πραγματικότητα δεν μπορώ να γνωρίζω ούτε να ερμηνεύσω τις προθέσεις των ηγούντων την διαιτησία.
Ωστόσο, δεν μπορώ να μην επισημάνω από τη μεριά μου και με βάση την εμπειρία μου, πως διαιτητές οι οποίοι είχαν σημαντική, απρόσκοπτη και επιτυχημένη συμμετοχή στην κορυφαία κατηγορία τα προηγούμενα χρόνια, ξαφνικά είτε μειώθηκε δραματικά η συμμετοχή τους, τόσο ποσοτικά όσο και ποιοτικά, είτε εξαφανίστηκαν από τους ορισμούς.
Στη δική μου γνώση και αντίληψη δεν εντοπίζω κάποιον αγωνιστικό λόγο για κάτι τέτοιο. Έγιναν ξαφνικά κακοί διαιτητές, λιγότερο ικανοί από αυτούς που συμμετέχουν πλέον; Αυτή την ερώτηση θα πρέπει να την απευθύνετε στους διαχειρίζοντες τη διαιτησία. Στη θέση τους όμως θα είχα φροντίσει να έχω πάρα πολύ πειστικές απαντήσεις πριν καν να με ρωτήσουν, ώστε να μην επιτρέψω σε κανέναν ούτε καν να διανοηθεί να με κατηγορήσει με εκφράσεις τύπου “πογκρόμ διώξεων”. Όποιες απαντήσεις βλέπετε εσείς, βλέπω και εγώ».
Πώς νιώθει ένας διαιτητής όταν ακούει να τον βρίζουν αυτόν και την οικογένειά του από το ένα μέτρο απόσταση;
«Ο διαιτητής οφείλει να έχει την πνευματική επάρκεια να μένει ανεπηρέαστος από οτιδήποτε ακούει ή βλέπει στις κερκίδες. Στην πραγματικότητα όλοι βλέπουν τις καταστάσεις που αντιμετωπίζουν οι διαιτητές στη βιτρίνα του μπάσκετ στην χώρα μας, δηλαδή στην Α1. Οι διαιτητές ωστόσο, “εκπαιδευόμαστε” στην ανοσία σε όλα τα ακούσματα στις χαμηλότερες κατηγορίες, όπου οι συνθήκες είναι λιγότερο επαγγελματικές και αρκετά πιο δύσκολες».
Αν ένα νέο παιδί ζητούσε τη γνώμη σου αν πρέπει να γίνει διαιτητής τι θα τον συμβούλευες να κάνει;
«Δεν θα συμβούλευα κανέναν να γίνει ή να μην γίνει διαιτητής. Η επιλογή αυτή εμπεριέχει σε πολύ σημαντικό βαθμό την ιδιοσυγκρασία του καθενός, τις προτεραιότητες του, τις θυσίες που είναι διατεθειμένος να κάνει κλπ. Θα προτιμούσα σε ένα νέο παιδί που θα μου απηύθυνε μια τέτοια ερώτηση, να του δώσω να καταλάβει τι μπορεί να εμπεριέχει αυτή του η επιλογή διαχρονικά, με εικόνες και καταστάσεις τις οποίες θα αντιμετωπίσει, οι οποίες δεν θα του είναι ορατές κατά την εισαγωγή του στον χώρο».
Θεωρείς πως οι διαιτητές είναι συνήθως τα εξιλαστήρια θύματα για να καλύψουν οι ομάδες τις αδυναμίες τους;
«Αυτό ίσχυε ανέκαθεν, για όλους τους διαιτητές σε όλα τα αθλήματα. Είναι ουσιαστικά μια παραδοχή, ταυτόχρονη με την επιλογή κάποιου να ασχοληθεί με την διαιτησία. Εκτιμώ πως είναι αδύνατον να εκλείψει σαν φαινόμενο, άλλωστε και οι διαιτητές δεν είναι αλάνθαστοι, ωστόσο ιδανικά θα έπρεπε να περιορίζεται σε πιο λογικά πλαίσια και να μην αποτελεί εμμονή για όλους τους ηττημένους, ανεξαρτήτως πραγματικών αγωνιστικών ερεθισμάτων.
Η διαμαρτυρία σε λογικά πλαίσια, εντός των τεσσάρων γραμμών είναι κάτι αποδεκτό και διαχειρίσιμο, για το οποίο οι διαιτητές μπορούν να επιληφθούν. Γι’ αυτό άλλωστε υπάρχουν οι αγωνιστικές ποινές για τον πειθαρχικό έλεγχο, ώστε να λήγουν οι όποιες διαφορές εντός των αγώνων και των γηπέδων. Όταν μεταφέρονται, ως επί τω πλείστον από τους παράγοντες των ομάδων, εκτός των γηπέδων και δη παρασκηνιακά, τότε είναι που η κατάσταση ξεφεύγει και βλάπτει τελικά το ίδιο το άθλημα».
Γιατί είχε ζητήσει ο Ολυμπιακός να μην ξαναδιαιτητεύσεις παιχνίδι του; Πιστεύεις ότι τον είχες αδικήσει;
«Όταν μια ομάδα ζητάει την εξαίρεση ενός συγκεκριμένου διαιτητή, θα πρέπει η ίδια να δείξει, με απολύτως πειστικό τρόπο, στοιχειοθετημένα και αποδεδειγμένα τους λόγους που συντρέχουν για μια τέτοιου είδους εξαίρεση. Θα πρέπει να λαμβάνετε υπόψιν πως μια τέτοια ενέργεια στοχοποιεί τον διαιτητή και εγείρει το δημόσιο αίσθημα της κρίσης, της αδικίας, της εύνοιας κλπ, συνεπώς θα πρέπει αν και όταν συμβαίνει οι λόγοι να είναι αντικειμενικοί και πέρα από κάθε αμφισβήτηση.
Υπενθυμίζω, πως ο διαιτητής είναι ένας άνθρωπος με κοινωνική υπόσταση, με οικογένεια, άλλη εργασία και δεν γίνεται να αμαυρώνεται η εικόνα του για λόγους αμφιβόλου αιτιολόγησης. Στην πραγματικότητα, δεν γνωρίζω, δεν με ενδιαφέρει και δεν θέλω να γνωρίζω τον λόγο. Μπορείτε να απευθύνετε την ερώτηση στη συγκεκριμένη ομάδα.
Έχω διαιτητεύσει όπως σας είπα περισσότερους από 420 αγώνες στην Α1, μεταξύ των οποίων 18 τελικούς, σε αρκετούς από τους οποίους με συμμετοχή του Ολυμπιακού. Είναι στη μοίρα του διαιτητή, ειδικά όσων είχαμε την τύχη και την τιμή να διαιτητεύσουμε σε τόσο υψηλό επίπεδο, να πάρουμε κάποιες πάρα πολύ δύσκολες αποφάσεις, σε ιδιαίτερα πιεστικές συνθήκες και βέβαια με μεγάλη κρισιμότητα για την έκβαση των αγώνων.
Φυσικά και έχει τύχει μέσα στους αγώνες να έχω πάρει και λανθασμένες αποφάσεις. Όποιος διαιτητής ισχυριστεί ότι έχει τελειώσει έναν αγώνα, ειδικότερα σημαντικής δυσκολίας όπως αυτοί των τελικών, χωρίς λάθη, είναι επιεικώς ψεύτης. Για τη συγκεκριμένη ομάδα, στο πλήθος των αγώνων που έχω διαιτητεύσει αναμφισβήτητα έχει τύχει να κάνω και κάποια λάθη, κάποιες φορές κατά της, αλλά δεν γίνεται να παραγνωρίζεται ότι έχω κάνει και λάθη υπέρ της, όπως για παράδειγμα η φάση των βημάτων του Βασίλη Σπανούλη, τα οποία από δική μου κακή εκτίμηση δεν έδωσα και έκριναν ένα τελικό.
Χωρίς να αισθάνομαι ότι έχω να αποδείξω τίποτα σε οποιονδήποτε, μια τέτοια φάση αποδεικνύει έμπρακτα ότι επουδενί δεν έχω κάνει κανένα σκόπιμο λάθος κατά της συγκεκριμένης ομάδας. Μπορώ να δεχθώ οποιουδήποτε την άποψη σχετικά με το αν υπήρξα καλός, κακός ή μέτριος διαιτητής, ωστόσο δεν δέχομαι από κανέναν απολύτως να πραγματεύεται την ακεραιότητα μου και την αδιαπραγμάτευτη πρόθεση μου να αποδώσω δικαιοσύνη και καλύτερη διαιτητική μου επάρκεια σε όλους ανεξαιρέτως τους αγώνες που έχω διαιτητεύσει στην καριέρα μου, υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, όσο σκληρές και δύσκολες και αν ήταν».
Πώς εξηγείς την ταχύτατη ανέλιξη συγκεκριμένων διαιτητών, που μέχρι κάποια χρόνια δεν ήταν καν Α’ κατηγορίας;
«Δεν έχω κάποια εξήγηση. Σίγουρα θα πρέπει να γίνεται προώθηση νέων διαιτητών, γιατί πάντα πρέπει να κοιτάμε προς το μέλλον. Ωστόσο, την ανέλιξη κάποιων διαιτητών που δεν αποδεικνύουν αγωνιστικά την επάρκειά τους, σε συνδυασμό με τον παραγκωνισμό κάποιων άλλων διαιτητών οι οποίοι διαχρονικά δεν είχαν δώσει δικαιώματα, χωρίς να στοιχειοθετείται από αγωνιστικά κριτήρια, ειλικρινά δεν μπορώ να το εξηγήσω.
Θα πρέπει να απευθύνετε αυτό το ερώτημα στους διαχειρίζοντες τη διαιτησία και τους διαιτητές. Και πάλι όμως θα επισημάνω, ότι για τέτοια θέματα οι απαντήσεις θα πρέπει να έχουν δοθεί πριν καν να γίνει η ερώτηση, να είναι κρυστάλλινες και πάρα πολύ πειστικές. Αδιαπραγμάτευτες. Είναι από τα θέματα που το ρητό “Η γυναίκα του Καίσαρα δεν αρκεί να είναι τίμια, πρέπει και να φαίνεται τίμια”, έχει απόλυτη εφαρμογή».





